Το αγαπημένο μου μονοπάτι – Ο δρόμος για Νυμφαίο! Κύριο

Καφέ αρκούδα ή απλώς αρκούδα. Παμφάγο θηλαστικό που μπορεί να φτάσει σε μάζα από 150 ως 300 κιλά (το ενήλικο αρσενικό), να ξεπεράσει σε μήκος τα 2 μέτρα και να ζήσει από 20 εώς 25 χρόνια. Έχει μεγάλο κεφάλι, μικρά αυτιά, κοντή ουρά και πατούσες με γερά νύχια. Καταφέρνει να αντισταθμίσει την ασθενή της όραση με την άριστη όσφρηση και ευφϋία της, αποτελώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο έναν εξαίρετο θηρευτή και συνάμα ένα από τα κυρίαρχα θηλαστικά του πλανήτη μας. Είναι καταπληκτική δρομέας, αγγίζοντας ταχύτητες των 60 – 65 χλμ/ω, ενώ ο χώρος στον οποίο ζει και κινείται μπορεί να αντιστοιχεί σε μια δασική έκταση πολλών τετραγωνικών χιλιομέτρων. Σε αντίθεση με αυτό που οι περισσότεροι νομίζουν, η αρκούδα πέφτει σε χειμέριο ύπνο παραμένοντας σε εγρήγορση καθ’ όλη τη διάρκεια του χειμώνα και ξυπνώντας όποτε νιώσει να ενοχλείται.

 

 

Μακάρι να καταφέρω μια μέρα να δω ελεύθερη αρκούδα στο φυσικό της περιβάλλον...

 

Αυτός είναι ο κυριότερος λόγος που αγαπώ τόσο το παρακάτω μονοπάτι που θα σας περιγράψω. Κάθε φορά που είμαι στην Κολχική της Φλώρινας, δηλαδή στο χωριό μου, δεν χάνω την ευκαιρία να βρεθώ και να τρέξω στο δάσος τριγύρω που αποτελεί φυσικό βιότοπο της αρκούδας. Τόσο οι οξιές όσο και οι βελανιδιές, που κυριαρχούν σε αυτά τα μέρη της Ελλάδας, χαρίζουν μοναδικές εικόνες κάθε εποχή του χρόνου! Φορώ, λοιπόν, τα αθλητικά μου παπούτσια και ξεχύνομαι και πάλι σαν μικρό παιδί.

 

 

Από μικρός έμαθα να ξεχωρίζω τα πατήματα της αρκούδας που αρκετά χρόνια πριν έφταναν μέχρι μέσα στο χωριό. Σήμερα, σπανιότερα θα δει κάποιος πατήματα μέσα στο χωριό, ωστόσο, αυτό δε σημαίνει πως τα συγκεκριμένα ζώα δεν υπάρχουν εκεί γύρω. Μάλιστα, η παρουσία της αρκούδας, λόγω του γεγονότος ότι αποτελεί παμφάγο θηλαστικό, δηλώνει την πολύ καλή λειτουργία του οικοσυστήματος της περιοχής!

 

 

Αφήνοντας πίσω μου την Κολχική, που βρίσκεται γύρω στα 650 με 700 μέτρα υψόμετρο, κατευθύνομαι νότια προς τα “Αλώνια” και από εκεί ακολουθώ για μερικά χιλιόμετρα το δασικό δρόμο που οδηγεί προς τα δύο φράγματα του χωριού. Στο πρώτο αυτό κομμάτι της διαδρομής κινούμαστε ανάμεσα από αγρούς κάτι που μας δίνει τη δυνατότητα να θαυμάσουμε τους λόφους και τις βουνοκορφές ολόγυρα, συνήθως λευκές λόγω του χιονιά μα και καταπράσινες όταν έρχεται το καλοκαίρι!

 

 

Φτάνοντας, μετά από δύο χιλιόμετρα, στο πρώτο φράγμα θα συναντήσουμε την άσφαλτο που οδηγεί στο δεύτερο και μεγαλύτερο φράγμα, που βρίσκεται άλλο 1,5 χιλιόμετρο στα αριστερά μας. Αν θέλουμε μπορούμε να ακολουθήσουμε το δρόμο, όμως ένα μονοπάτι που ανηφορίζει το λόφο θα προσφέρει καλύτερη θέα στο τεχνητό, αρδευτικό έργο του χωριού. Μέχρι εδώ, όποιος είναι πιο προσεκτικός, θα διακρίνει ανάμεσα σε ίχνη από άλλα ζώα, ανθρώπους, αυτοκίνητα και τρακτέρ και αρκετές πατημασιές αρκούδας. Το ποταμάκι που κυλάει, και διασχίζει αργότερα το χωριό, προσφέρει δροσερό νερό στις αρκούδες που κατευθύνονται συνήθως προς το σούρουπο εκεί για να πιουν.

 

 

Μέχρι το δεύτερο φράγμα μπορεί να φτάσει κάποιος δίχως δυσκολία, αφού το τερέν είναι επίπεδο και αποτελείται κυρίως από δασικούς δρόμους. Ακολουθώντας το χωματόδρομο, που κινείται περιμετρικά της τεχνητής λίμνης που έχει δημιουργηθεί, έχουμε το νου μας για φαρδύ μονοπάτι που ανηφορίζει την πλαγιά δίπλα από τη λίμνη.

 

 

Παλιότερα, ήταν δυσκολότερο να το διακρίνει κάποιος, αφού οι οξιές και οι βελανιδιές το έκρυβαν. Σήμερα, δυστυχώς, όλη η πλαγιά έχει απογυμνωθεί από τα δέντρα που υπήρχαν άλλοτε, τα οποία έγιναν καύσιμο για θέρμανση, και έτσι είναι ευκολότερο να δούμε προς τα πού θα κινηθούμε. Από εδώ ξεκινάει, σιγά σιγά, και η ανάβασή μας για το γνωστό Νυμφαίο, διασχίζοντας ένα από τα πιο πανέμορφα δάση της χώρας.

 

 

Περίπου ένα χιλιόμετρο αργότερα, καθώς ανηφορίζουμε, το μονοπάτι, που έχει αρχίσει και πάλι να χάνεται μέσα στο δάσος, αυτό θα μας οδηγήσει σε μια διασταύρωση από δασικούς δρόμους. Εδώ, ακριβώς, ξεκινάει το αγαπημένο μου μονοπάτι! Στα διαγώνια, δεξιά της διασταύρωσης υπάρχει νεροφάγωμα και από εδώ και πέρα υπάρχουν κάθε τόσο κορδέλες τις οποίες τοποθέτησα στο παρελθόν. Το νεροφάγωμα, μερικά μέτρα παραπάνω, γίνεται στενό μονοπάτι το οποίο μετά από 1,5 περίπου χιλιόμετρο οδηγεί σε παλιό παρατημένο χωματόδρομο που δε χρησιμοποιείται πλέον. Το καλό με αυτόν το χωματόδρομο είναι ότι με τα τόσα χρόνια που πέρασαν θυμίζει περισσότερο φαρδύ μονοπάτι παρά δασικό δρόμο. Το συγκεκριμένο μονοπάτι για τα επόμενα χιλιόμετρα θα μας οδηγήσει σε ένα μαγευτικό ταξίδι μέσα στο δάσος, ανηφορίζοντας ολοένα και πιο πολύ για Νυμφαίο.

 

 

Πραγματικά απολαμβάνω να τρέχω με όλη μου τη ψυχή σε αυτό το κομμάτι της διαδρομής! Μάλιστα, είναι από τις ελάχιστες φορές που δεν ακούω μουσική παράλληλα και πολλές φορές σταματώ μονάχα και μόνο για να αφουγκραστώ τους χτύπους της καρδιάς μου, που μοιάζουν με χτυπήματα από ταμπούρλο που σπάνε τη σιωπή του δάσους!

 

 

Τα πατήματά μου πάνω στα ξερά φύλλα των δέντρων, που καλύπτουν τα πάντα στο έδαφος, είναι ο μοναδικός ήχος που ακούγεται μέσα στο δάσος καθώς τρέχω. Το αίσθημα της απομόνωσης, με αυτόν τον ασυνήθιστο τρόπο, με γεμίζει με συναισθήματα χαράς, ευτυχίας και ολοκλήρωσης, σχεδόν παράδοξο αφού ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον!

 

  

Έπειτα από πέντε χιλιόμετρα, απ’ όταν στρίψαμε δεξιά στο νεροφάγωμα, θα συναντήσουμε μια καλύβα ξυλοκόπων που βρίσκεται δίπλα από το δρόμο που συνδέει την Άνω Υδρούσα με το Νυμφαίο, μα και δροσερό νερό που έρχεται κατευθείαν από την πηγή λίγο πιο πάνω. Εδώ βρισκόμαστε στα μισά της διαδρομής για τον προορισμό μας αλλά στο τέλος του αγαπημένου μου μονοπατιού.

 

 

Τα επόμενα οχτώ με δέκα χιλιόμετρα μέχρι το Νυμφαίο αποτελούνται στο μεγαλύτερο μέρος τους από δασικό δρόμο, ο οποίος ξεκινά στα αριστερά της ασφάλτου, 50 με 100 μέτρα πιο πάνω από την παράγκα των ξυλοκόπων. Μοναδική εξαίρεση, το κομμάτι ενός χιλιομέτρου όπου αναγκάστηκα να διασχίσω κάθετα το δάσος δημιουργώντας το δικό μου μονοπάτι, το οποίο χρειάζεται παρεπιπτόντως καθάρισμα ...

 

 

Ο χωματόδρομος κινείται μέσα στο δάσος και είναι σηματοδοτημένος με κορδέλα που έχω τοποθετήσει ανά τακτά διαστήματα. Εδώ θα κάνουν και πάλι την εμφάνισή τους πατήματα από αρκούδες τα οποία είναι αρκετά ευδιάκριτα όταν έχει προηγηθεί βροχή και το χώμα είναι μαλακό. Η θέα προς τα φράγματα του χωριού κοιτώντας πίσω, σε κάθε άνοιγμα των δέντρων, μας δίνει μια ιδέα του πού και πόσο ψηλά βρισκόμαστε.

 

 

Τη δεύτερη φορά που θα συναντήσουμε ξανά άσφαλτο απλώς την ακολουθούμε προς τα αριστερά μας για να βρεθούμε έπειτα από 1,5 χιλιόμετρο περίπου στην πίσω πλευρά του χωριού του Νυμφαίου και δίπλα στην είσοδο του καταφύγιου της αρκούδας “Αρκτούρος”.

 

 

Ο λόγος που το αγαπημένο μου μονοπάτι τελειώνει νωρίτερα είναι διότι βγαίνοντας από το πυκνό δάσος νιώθω πως αφήνω πίσω μου ένα μέρος που με κάνει πραγματικά να αισθάνομαι σε πλήρη αρμονία με τη φύση και τα ζώα που ζούνε εκεί. Τρέχω μόνος μου αλλά ξέρω ότι δεν είμαι μόνος! Πουλιά, σκιουράκια, αλεπούδες, αγριόχοιροι, ελάφια και αρκούδες που ίσως και να δω μια μέρα από κοντά ελεύθερες...

 

Θεοχάρης Λεζπουρίδης