
ADVENDURE is the leading web portal in Greece about Mountain Running, Adventure, Endurance and other Mountain Sports
Το Τάμα στη Μονή Παναχράντου
"Οι ξερολιθιές σου κεντημένες με κάππαρη,
τα μονοπάτια σου πετρωτά, των πουλιών η ζάχαρη, ιδρώτας,
με ανάσες βαθιές, στις ανηφόρες σου προσευχές,
δυο χιλιάδες μέτρα ουρανού, στις ράχες ενός βουνού,
και κάθε βήμα που πονά, είναι η πέτρα που βογγά.
Σιμά σου είμαι, σε αγγίζω,
το παιδί που ήμουν αντικρίζω."
Κάπου ανάμεσα σε αυτά τα πετρωμένα μονοπάτια, αρκετά χρόνια πριν, ένα λιανό παλληκαράκι, στα δεκατέσσερά του, λαχάνιαζε πίσω από την Ανδριώτισσα μάνα του. Το πετροσμιλεμένο μονοπάτι τραβούσε αδιάκοπα προς τη Μονή Παναχράντου. Το μοναστήρι φάνταζε να αιωρείται στην κορφή του βουνού, κοντά στον Θεό και μακριά από τις αντοχές του παιδι
"Έλα, Δημητρό μου. Νάτο το μοναστήρι... "
Το παιδί σήκωσε το βλέμμα του. Το έβλεπε. Μα όσο κι αν προχωρούσε, εκείνο έμοιαζε να απομακρύνεται.
"Μάνα, ποιος μας περιμένει εκεί πάνω; "
"Ο Θεός, παιδί μου. Θέλει να σε γνωρίσει, να σε αγγίξει. "
"Δεν αντέχω άλλο, μάνα. Δεν μπορεί ο Θεούλης να απλώσει το χέρι του εδώ; "
"Ο Θεός μπορεί να απλώσει το χέρι του, να σε σηκώσει, μα αν φτάσεις μόνος ως εκεί, θα σε καμαρώσει. "
"Άκου την ανάσα μου, μάνα, δεν μπορώ να βαδίσω πια. Να έρθουμε μια άλλη φορά... "
Η μάνα χαμογέλασε και χάιδεψε τα ιδρωμένα του μαλλιά.
"Ναι, αγόρι μου. Αλλά ίσως την άλλη φορά να φτάσεις στο μοναστήρι μόνος σου. "
Το παιδί σταμάτησε και την κοίταξε απορημένο.
"Κι εσύ, μάνα; Εσύ πού θα είσαι; "
Εκείνη σήκωσε το βλέμμα προς την κορφή. Χαμογέλασε αχνά.
"Εκεί, αγόρι μου... θα σε περιμένω. "
Το Κόρθι αναδύθηκε από το γαλάζιο σαν υπόσχεση. Εκεί που η θάλασσα γαλήνεψε για λίγο το αιώνιο ταξίδι της, άφησε μια χρυσογάλανη αμμουδιά, την πασπάλισε με αλμυρίκια κι επάνω της φύτρωσε ένας τόπος.
Το βλέμμα μου στραμμένο ψηλά. Όχι προς τη γραμμή τερματισμού. Προς τη Μονή Παναχράντου. Προς ένα ραντεβού που είχε αργήσει χρόνια.

"Το πρωινό με βρίσκει στη μικρή πλατεία, ανάμεσα σε μυρωδιές φρεσκοψημένου ψωμιού και αμυγδαλόψυχας. Μπροστά μου η πρώτη ανηφόρα. Σαν γριά ασκήτρια του βουνού σκύβει στο αυτί μου και ψιθυρίζει:
— Ε, εσύ... Να θυμάσαι. Στο βουνό ανεβαίνεις για να ζητήσεις, όχι για να απαιτήσεις.
Σαν ηδονοθήρας διαβαίνω ανάμεσα σε μια πρωτόγονη ερωτική περίπτυξη. Οι ξερολιθιές γέρνουν πάνω στα πετρομονοπάτια με τη φυσικότητα παλιών εραστών. Ανταλλάσσουν αρχαία λόγια αγάπης, φανερώνοντας τα κάλλη τους, κι εγώ, αθέατος μάρτυρας αυτής της ένωσης, νιώθω τον κάματο να γίνεται απόλαυση.
Θεέ μου, οι ξερολιθιές δεν χωρίζουν τη δημιουργία σου, τη Γη· την κρατούν αγκαλιασμένη.

Στην πρώτη κορυφή με περιμένει ένα σεντούκι θησαυρού. Το ανοίγω εκστασιασμένος. Η Άνδρος ξεδιπλώνεται μπροστά μου ολόκληρη και ολόγυρα το Αιγαίο λαμπυρίζει σαν πολύτιμο μετάξι. Στην απέναντι ράχη στέκει ένα αρχαίο κάστρο. Για λίγες στιγμές γίνομαι πολεμίστρα του και αγναντεύω τον κόσμο μέσα από τα μάτια των παλιών φρουρών. Ένας άνεμος ανέγγιχτος από τον χρόνο χαϊδεύει το ιδρωμένο σώμα μου και γαληνεύει την ανάσα μου.
"Μυημένος, απόλυτα γοητευμένος, αερικά ανανεωμένος, αφήνομαι στην κατηφόρα σαν φύλλο που το παρασέρνει η φορά του ανέμου. "

Ένα πετρογέφυρο, βγαλμένο από τις σελίδες κάποιου ξεχασμένου παραμυθιού, στέκει πάνω από το μικρό ποτάμι. Εκείνο, ακούραστο, ιχνηλατεί τον δρόμο του πάνω στη γη που φλέγεται από τον αφέντη του ουρανού, τον καλοκαιρινό Ήλιο. Στις όχθες του, θυμάρια, καπαριές και πουρνάρια δροσίζονται από το πολύτιμο υγρό στοιχείο, το νερό.
Κι όταν φυσά το μελτέμι, θαρρείς πως μεταλαμπαδεύουν τη δροσιά τους στα αδέρφια τους, στα φυτά που ζουν μακρύτερα από την ευλογία του. Και εκείνα υποκλίνονται με ευγνωμοσύνη στο νέκταρ κάθε γήινης ζωής.
Στο διάβα μου, οι μόνιμοι κάτοικοι της ανδριώτικης φύσης αποφασίζουν να με συντροφεύσουν. Σκαθάρια, σαύρες, ακρίδες, αράχνες τρέχουν παράλληλα με τα βήματά μου, σαν λιλιπούτειοι συναθλητές ενός αγώνα που διοργανώνει η ίδια η ζωή.
Δεν τα παρατηρώ απλώς. Μου μιλούν. Με αγγίζουν. Και η ανείπωτη δύναμη της επιβίωσής τους περνά αθόρυβα μέσα μου, φωλιάζει στα κύτταρά μου.

Σιγά σιγά παύω να είμαι επισκέπτης. Γίνομαι αυτόχθων, χώνομαι νοερά στις ξερολιθιές, πίνω τη δροσιά που κρατούν φυλαγμένη στα σπλάχνα τους και αφήνω το βουνό να με υιοθετήσει.
"Η Άνδρος, η μονοπατοστολισμένη, λες και θέλει πρώτα να με δοκιμάσει. Να βεβαιωθεί πως αξίζω τα μυστικά που φυλάει στις ρεματιές, στις ξερολιθιές και στις κορυφές της. "
Αγναντεύοντας τη θάλασσα από την πλαγιά του φαραγγιού, νιώθω μια ανεξήγητη έλξη προς αυτήν. Λίγο αργότερα καταλαβαίνω την αιτία. Το φαράγγι, δεμένο από πάντα με το πέλαγος, μοιάζει να με καλεί να ακολουθήσω τη διαδρομή του. Να κατηφορίσω μαζί του μέχρι εκεί που τα βραχώδη χέρια του την αγγίζουν και γίνονται ένα με τα γαλαζοπράσινα κύματά της.
Ξάφνου ακούω τιτιβίσματα. Ακολουθώ τη μελωδία τους και όσο πλησιάζω, οι νότες τους μοιάζουν όλο και περισσότερο με γυναικείες λαλιές. Σε ένα μικρό διάσελο τις αντικρίζω. Δύο πανέμορφες κοπέλες.
Φορούν λευκά φορέματα και άνθη καπαριάς στολισμένα στα μακριά καστανόξανθα μαλλιά τους. Αποσβολωμένος μένω να κοιτώ τη φύση να παίρνει ανθρώπινη μορφή μπροστά στα μάτια μου.
Πριν προλάβω να τις χαιρετίσω, ο άνεμος ανακάτεψε τα μαλλιά τους. Τα λευκά τους φορέματα φτερούγισαν ανάμεσα στα δέντρα και για μια στιγμή αναρωτήθηκα αν είχα συναντήσει δυο Ανδριώτισσες ή δύο άνθη καπαριάς που αποφάσισαν να με καλοσορίσουν.

Σαν ατίθασος επιβήτορας στέκει μπροστά μου η τελευταία μεγάλη ανηφόρα. Χλιμιντρίζει, σηκώνεται στα πίσω πόδια και μου φανερώνει το γιγάντιο σώμα της, πλασμένο από πέτρα, ήλιο, άνεμο και χρόνο, τα αρχέγονα υλικά της δημιουργίας. Ρουθουνίζει βαριά, ανυπόμονα. Από τα ρουθούνια της ξεχύνονται καυτά κύματα αέρα που ορίζουν τους όρους της αναμέτρησής μας.
Για πρώτη φορά στον αγώνα δεν κοιτώ τη θάλασσα, ούτε τις ξερολιθιές, ούτε τα άνθη της καπαριάς. Κοιτώ μόνο εκείνη. Την τελευταία ανηφόρα. Τον τελευταίο φύλακα πριν από τη Μονή.
Κινούμαι προς την κορφή σαν βαρυφορτωμένο πλοίο. Τα ύφαλά μου μοιάζουν να σέρνονται στον βυθό και η ίσαλος γραμμή της ψυχής μου με το ζόρι επιπλέει πάνω από το χώμα, καθώς παλεύω να παραμείνω στη ράχη του Επιβήτορα, της μεγάλης ανηφόρας.
Σταματώ στο σκιερό κοίλωμα ενός φιλόξενου βράχου και της μιλώ.
Ξέρεις, τίποτα, μα τίποτα δεν αντιμάχεται το πάθος μου, το τάμα μου. Ακόμη και σέρνοντας. Ακόμη και μπουσουλώντας. Θα φτάσω εκεί. Μην μου αντιμάχεσαι.
Για πρώτη φορά δεν χλιμιντρίζει ο Επιβήτορας. Δεν ορθώνεται απειλητικά μπροστά μου. Με παρακολουθεί ακίνητος.
Τον κοιτώ και απορώ για την πρώτη ένδειξη συμπόνιας του.
"Ξέρεις γιατί είναι βαριά τα βήματά σου και βυθισμένα τα ύφαλά σου; "
"Μίλα μου... πες μου, σε παρακαλώ. "
"Γιατί ανέβηκες κουβαλώντας όλη σου τη ζωή. Ενοχές. Λάθη. Ατυχίες. Πίκρες. Όνειρα που δεν πρόλαβαν να ανθίσουν. Τα φόρτωσες όλα στο πλοίο σου και τώρα απορείς γιατί βουλιάζει."
Τα λόγια του πέφτουν μέσα μου σαν σταγόνες δροσιάς σε διψασμένη γη.
Σηκώνομαι.
Σε κάθε βήμα πετώ και μια σαβούρα. Μια ενοχή. Ένα λάθος. Μια ατυχία. Ένα όνειρο που δεν εκπληρώθηκε. Μια πίκρα που κράτησα περισσότερο απ' όσο της άξιζε.
Και όσο αδειάζει το αμπάρι της ψυχής μου, τόσο γεμίζουν τα πανιά μου.
Σε λίγα μέτρα δεν σέρνομαι πια. Δεν μπουσουλώ. Ανεμοπατώ προς την κορφή.
Ένα γεράκι ζυγιάζεται ψηλά στον ουρανό. Τα μάτια του είναι πάνω από τη Μονή, προσεύχεται στο ορόσημο που συνδέει τη γη με τον ουρανό.
Κι εγώ αναθαρρεύω, θεριεύω και, τρέχοντας τα τελευταία μέτρα της ανηφόρας, περνώ στα άδυτα της Μονής Παναχράντου.
Ξέπνοος, σαν άνυδρη έρημος, ιχνηλατώ την αυλή της μονής, που σφύζει από βασιλικούς και θυμίαμα, αναζητώντας νερό.
Μια πηγή.
Το κελάρισμά της, η δροσιά της, με προσκαλεί.
Σκύβω.
Κάνω τις φούχτες μου ποτήρι.

Στη μικρή λιμνούλα της πηγής.
Η μάνα μου.
Χαμογελαστή.
Με τα μάτια της τα μελιά, εκείνα τα μάτια που πάντοτε έσταζαν μέλι.
Για μια στιγμή παύουν να υπάρχουν η Μονή, οι μοναχοί, το βουνό, ο αγώνας.
Υπάρχουμε μόνο εμείς.
"Μάνα... ήρθα. Πόσο μου έλειψες, μάνα. "
"Αγόρι μου... σε περίμενα. Σε άκουγα τόσα χρόνια που έλεγες το όνομά μου και με καλούσες σε κάθε δύσκολη στιγμή σου. Ήμουν δίπλα σου, καρδιά μου. Δεν το ένιωθες; "
"Ναι, μάνα, το ένιωθα. Και ξέρεις, μάνα... σήμερα έπαψα να φοβάμαι τον θάνατο. Γιατί κατάλαβα πως εκεί που βρίσκεσαι εσύ, η αγάπη ανθίζει και, μαζί της, η Ζωή. "
Υ.Γ: Ένα ολόκαρδο ευχαριστώ στον μαέστρο του αγώνα, Νίκο Κωστόπουλο, και στους εκλεκτούς συνεργάτες του, κυρίες και κυρίους, οι οποίοι αριστοτεχνικά αξιοποίησαν την άγρια κυκλαδίτικη ομορφιά της Άνδρου και μας έκαναν ένα με αυτήν.
Σας είμαι βαθιά ευγνώμων...
Δημήτρης Ραυτόπουλος
Γεννήθηκα στον Πειραιά από νησιώτες γονείς. Η πρώτη μου ουσιαστική επαφή με τα βουνά ήταν κατά τη διάρκεια της θητείας μου στο στρατό ως αλεξιπτωτιστής.
Ένα από τα μεγάλα όνειρα - όραματα μου είναι να τρέξω σ´ όλα τα βουνά της Ελλάδας κ όχι μόνο. Πιστεύω ότι κάθε μέτρο που διανύει κανείς στο βουνό πρέπει να μετατρέπεται σε μεταδιδόμενη σοφία.
Οταν τρέχω στη φύση είμαι ένας άνθρωπος χωρίς ηλικία ή μάλλον ένας ιδρωμένος εικοσάρης που καταγράφει σαν Η/Υ κάθε εικόνα της, στιγμή της, ευωδία της κ που έχει σαν στόχο - σκοπό να μεταδώσει αυτή τον οργασμό μεταξύ της φύσης κ της ζωής, σε όποιον δέκτη - άνθρωπο είναι ανοικτός.